Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Τζαντζιέρεβλάτ...

Μη με ρωτήσετε την ακριβή μετάφραση. Κάτι μεταξύ σπλάχνο μου και συκώτι μου μάλλον, στα τούρκικα. Κι όμως όταν μας το έλεγε εκείνη ήταν η πιο γλυκιά κουβέντα... Μέρες τώρα την έχω στο μυαλό μου. 

Ίσως είναι που από τότε που "κόλλησα" με τη ραπτομηχανή και το πάτσγουορκ, σκέφτομαι συχνά πυκνά πόσο θα ήθελα να με βλέπει και να με καμαρώνει. Και θυμάμαι τα καλοκαιρινά μεσημέρια στον Ωρωπό που γκρίνιαζα για την υποχρεωτική ξεκούραση και μου λεγε: "Ε βέβαια βαριέσαι, δεν έχεις ένα κέντημα, ένα πλεκτό, κάτι να ράβεις, πώς να μη βαριέσαι" και ξανάπιανε το χαρτομάντηλο γιατί ήταν η ώρα του Ξανθόπουλου κι όσο να πεις λίγο κλάμα το έριχνε. 

Ή πάλι μπορεί να είναι που που όποτε είμαστε και οι τρεις μέσα στο εργαστήριο της Μάνιας και ράβουμε ή κάνουμε κάποια άλλη χειροτεχνία, σκέφτομαι πως τελικά κάτι περνάει στο dna και κάπως έτσι ήταν κι εκείνη με τη γιαγιά μου στο εργαστήρι στην Καρόρη. 

Είναι τόσα που θα ήθελα να έχει προλάβει να δει και να κάνει. Τον αδερφό μου να ανοίγει φύλλο που συναγωνίζεται πια το δικό της κι ας μην είχε ποτέ υπομονή να μας δείξει την τέχνη της. Τη Λένα, που τόσο μοιάζει στην αδερφή της αλλά και τα αγόρια μου. Τη Μάνια που ράβει σα να το έκανε από πάντα. Το Γιάννη που ενώ αναρωτιόμαστε αν θα ξαναπερπατήσει, τώρα κάνει 70 χλμ. ποδήλατο χωρίς σχεδόν να ιδρώνει. Τα εγγόνια της που μεγαλώνουν, το Θοδωρή, το σπίτι μας στη Τζιά, ένα σωρό.... 

Κι είναι και τόσα που θυμάμαι εγώ... Μπορεί να ήταν θεία (αδελφή της γιαγιάς μου) αλλά ήταν τόσο κοντά μας και τόσο μέσα στην καθημερινότητά μας (ειδικά μετά το θάνατο της γιαγιάς). Η θεία που όταν τα καλοκαίρια πήγαινε Κομοτηνή, μας έλεγε μόλις δούμε το αεροπλάνο να βγούμε στη βεράντα γιατί θα μας πετάξει τσίχλες. Κι όταν γύρναγε, έκρυβε τς τσίχλες στο παρτέρι και μας μάλωνε που "τάχα μου" δεν την ακούσαμε! Η θεία που έβλεπε Λάμψη και Καλημέρα Ζωή και παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες και μιλούσε στους ήρωες. Η θεία που μας μιλούσε τούρκικα, που έφτιαχνε τα πιο νόστιμα κεφτεδάκια, την πιο ωραία μακαρονόπιττα και τις πιο ξεροψημένες πατάτες στα γεμιστά. Η θεία Ευδοκία μας!


Ε, είναι και οι μέρες βέβαια. Πάνω στην ισημερία έφυγε, την πρώτη επίσημη μέρα της Άνοιξης 21/3/2007. Δεν ήμουν εδώ, ήμουν στη Ρώμη εκδρομή με τη σχολή, το τηλεφώνημα με βρήκε στο δρόμο. Το μόνο που μπόρεσα να κάνω για να νιώσω λίγο πιο κοντά της ήταν να μπω στην πρώτη Ορθόδοξη Εκκλησία που βρέθηκε μπροστά μου. Και σήμερα, να στολίσω το τραπέζι μας με φρέζες....   

7 σχόλια:

  1. άνθρωποι αγαπημένοι.. άνθρωποι σαν την θεία Ευδοκία δεν πεθαίνουν.. ζουν πάντα στις καρδιές αυτών που τις θυμούνται με τόση αγάπη!

    σε φιλώ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πολυ κλαμα ρε Πολυαννα αυτο το ποστ :(

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μωρέ κλάμα και νοσταλγία κι όλα μαζί..... :) :) :)

      Διαγραφή
  3. Η θεία ζει μέσα από τις αναμνήσεις σου! και είναι τόσο όμορφο που την κρατάς κόντά στην καρδιά σου μετά από τόσα χρόνια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. για την ακριβεια αυτο ειναι μικρασιατικο!σε καθε περιοχη το λενε με διαφορετικο συνδιασμο..στα τουρκικα παντως ειναι τζιεριμ=συκωτι μου εβλαντιμ=παιδι μου/σπλαχνο μου..τι μου θυμησες τωρα...μεσα απο τις αναμνησεις μας ζουν οι αγγελοι στον ουρανο..και χαιρονται που τους κρατουμε ζωντανους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή